Μετάφραση του "raivo" σε Ελληνικά

Οι οργή, θυμός, λύσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raivo" σε Ελληνικά.

raivo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οργή

    noun feminine

    Jos sinua vahingoitetaan, hän tulee tuntemaan Allahin raivon.

    Αν σου κάνει κακό θα νιώσει όλη την οργή του Αλάχ.

  • θυμός

    noun masculine

    Kaikki viime aikoina kasaantunut raivo ja turhautuminen vain räjähtivät.

    Το είπα επειδή ο θυμός και η απογοήτευση των τελευταίων ημερών μαζεύτηκαν και ξέσπασα.

  • λύσσα

    noun feminine

    Hänen nimensä on Herra Raivokas ja voimansa hirvittävä raivo

    Τον λένε Τσατίλα και βρίσκει τη δύναμή του στη λύσσα

  • ορμή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "raivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θυμώνω · λυσσομανώ · μαίνομαι · μαλώνω · φρενιάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη