Μετάφραση του "rehellinen" σε Ελληνικά
Οι τίμιος, δίκαιος, αγαθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rehellinen" σε Ελληνικά.
rehellinen
adjective
γραμματική
-
τίμιος
adjective masculineRehellisenä hän kertoo pomolleen, joka sitten miettii, kuka ei ole ollut rehellinen.
Αν είναι τίμιος, θα το πει στο αφεντικό του που μετά αναρωτιέται, ποιος δεν ήταν το ίδιο τίμιος.
-
δίκαιος
adjective masculineTiedän varmaksi, ettei hän ole ollut rehellinen sinulle.
Ξέρω ότι δεν είναι ούτε δίκαιος ούτε ειλικρινής μαζί σου.
-
αγαθός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακέραιος
- έντιμος
- τίμιο
- τίμια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rehellinen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη