Μετάφραση του "reititin" σε Ελληνικά
Οι δρομολογητής, διανομέας, Δρομολογητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reititin" σε Ελληνικά.
-
δρομολογητής
noun masculinereitityspalvelu, jäljempänä ’reititin’, joka on toissijaisen tietovaraston tarjoajan perustama ja hallinnoima.
μία υπηρεσία δρομολόγησης («δρομολογητής») που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται ο πάροχος του συστήματος δευτερεύοντος αποθετηρίου.
-
διανομέας
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reititin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Δρομολογητής
ηλεκτρονική συσκευή η οποία αναλαμβάνει την αποστολή και λήψη πακέτων δεδομένων
reitityspalvelu, jäljempänä ’reititin’, joka on toissijaisen tietovaraston tarjoajan perustama ja hallinnoima.
μία υπηρεσία δρομολόγησης («δρομολογητής») που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται ο πάροχος του συστήματος δευτερεύοντος αποθετηρίου.
Φράσεις παρόμοιες με "reititin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατευθύνω
-
στατικός δρομολογητής
-
εσωτερικός δρομολογητής
-
περιμετρικός δρομολογητής