Μετάφραση του "remmi" σε Ελληνικά
Οι ιμάντας, λουρί, λουρίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "remmi" σε Ελληνικά.
remmi
noun
γραμματική
-
ιμάντας
noun masculine -
λουρί
noun neuterNäytä Regan, ja löysään yhtä remmiä.
Δείξε μου τη Ρέγκαν και θα λύσω ένα λουρί.
-
λουρίδα
noun feminine -
τιράντα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " remmi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "remmi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ύπνος REM
-
Ρεμ Κόλχας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη