Μετάφραση του "romu" σε Ελληνικά

Οι πράγμα, σαράβαλο, σκουπίδια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "romu" σε Ελληνικά.

romu noun γραμματική

Vanha, tarpeeton ja arvoton tavara.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πράγμα

    noun neuter

    En edes tiedä, mistä aloittaisin tämän romun kanssa.

    Φίλε, εγώ δεν γνωρίζουν καν από πού να ξεκινήσω με αυτό το καταραμένο πράγμα.

  • σαράβαλο

    noun neuter

    Kukaan muu kuin minä ei onnistu pitämään tätä romua käynnissä.

    Μόνο εγώ μπορώ να φέρω βόλ τα αυτό το σαράβαλο.

  • σκουπίδια

    noun p

    Vain vanhaa romua ja laatikollinen Ericin äidin dildoja.

    Μόνο κάτι σκουπίδια και κουτιά από δονητές της μαμάς του Έρικ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντικείμενο
    • μικροαντικείμενα
    • παλιόπραγμα
    • σκραπ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " romu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "romu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη