Μετάφραση του "rosvo" σε Ελληνικά

Οι κλέφτης, κακοποιός, κουρσάρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rosvo" σε Ελληνικά.

rosvo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλέφτης

    noun masculine

    Ihminen on rosvo, joka ilmestyy yöllä, - ja ottaa haluamansa maasta.

    Ο'νθρωπος είναι ένας κλέφτης που έρχεται την νύχτα και παίρνει αυτό που θέλει από μια περιοχή.

  • κακοποιός

    noun common

    Eikö olisi kauheaa jos rosvot ryöstäisivät tai hyökkäisivät kimppuumme?

    Δε θα είναι φριχτό αν μας ληστέψουν ή μας επιτεθούν κακοποιοί?

  • κουρσάρος

    Noun masculine
  • πειρατής

    noun masculine

    Tästä lähtien muistat aina- olevasi Pha Beek Krut- rosvo

    Από εδώ και πέρα, να θυμάσαι πάντα, ότι είσαι ένας πειρατής Πα Μπε Κρου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rosvo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rosvo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απογυμνώνω · κλέβω · κουρσεύω
  • κλέφτης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rosvo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη