Μετάφραση του "rotisko" σε Ελληνικά

Οι σαράβαλο, σακαράκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rotisko" σε Ελληνικά.

rotisko Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαράβαλο

    noun neuter

    Menen mieluummin taksilla kuin otan riskin rotiskollani.

    Προτιμώ να πάρω ταξί απ'το να καθυστερήσω με το σαράβαλο.

  • σακαράκα

    noun feminine

    Varsinkin sen rotiskon jälkeen, jolla ajoit L.A: ssa.

    Ειδικά μετά από τη σακαράκα που οδηγούσες στο L.A.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rotisko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rotisko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη