Μετάφραση του "ruiskutus" σε Ελληνικά
Οι ένεση, ράντισμα, ψεκασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruiskutus" σε Ελληνικά.
ruiskutus
Noun
γραμματική
-
ένεση
noun feminine -
ράντισμα
Siinä kielletään sinisen asbestin käyttö ja kaikkien asbestilajien ruiskutus.
Απαγορεύει τη χρήση του κυανού αμιάντου και το ράντισμα με αμίαντο όλων των μορφών.
-
ψεκασμός
NounJaloruusupensaan keväisiin ja kesäisiin hoitotoimiin kuuluvat myös rikkakasvien koneellinen poistaminen, käsin tehty haraus ja ruiskutus.
Στις εαρινές και θερινές εργασίες περιλαμβάνονται επίσης το τακτικό μηχανικό βοτάνισμα, το χειρωνακτικό σκάλισμα και ο ψεκασμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ruiskutus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη