Μετάφραση του "runko" σε Ελληνικά

Οι κορμός, σκελετός, αμάξωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "runko" σε Ελληνικά.

runko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορμός

    noun masculine

    Sen ikääntyessä harmaa runko kuitenkin pulskistuu ja muuttuu kuhmuraiseksi ja rosoiseksi.

    Αλλά καθώς γερνάνε, οι γκρίζοι κορμοί τους γίνονται βολβοειδείς, και ο χρόνος αφήνει πάνω τους ουλές και σημάδια.

  • σκελετός

    noun masculine

    Kun sain tämän talon, täällä oli runko, osia ja varusteita.

    Όταν πήρα το σπίτι υπήρχε ο σκελετός και κάποια εξαρτήματα κι εξοπλισμός.

  • αμάξωμα

    noun neuter

    Vaunun runko on myös suunniteltava kestämään lastaamisen ja purkamisen aikana esiintyvät enimmäiskuormitukset.

    Το αμάξωμα των αμαξών σχεδιάζεται επίσης κατά τρόπον ώστε να φέρει τα μέγιστα αναμενόμενα φορτία λόγω της μεθόδου φόρτωσης και εκφόρτωσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μίσχος
    • κορνίζα
    • κοτσάνι
    • κουφάρι
    • πλαίσιο
    • σκαρί
    • σώμα
    • τύμπανο
    • ανατομία
    • ανθρώπινο σώμα
    • εξωτερικό ελαστικού
    • κασέλα
    • κούτσουρο
    • κύριο σώμα οργάνου
    • κύτος
    • σωματική κατασκευή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " runko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "runko"

Φράσεις παρόμοιες με "runko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "runko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη