Μετάφραση του "ruoko" σε Ελληνικά

Οι καλάμι, καλαμιά, κάλαμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruoko" σε Ελληνικά.

ruoko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλάμι

    noun neuter

    Muserrettua ruokoa hän ei murra, ja himmeävaloista pellavaista lampunsydäntä hän ei sammuta.

    Συντριμμένο καλάμι αυτός δεν θα σπάσει· και λινό φιτίλι που φέγγει θαμπά δεν θα σβήσει.

  • καλαμιά

    noun feminine
  • κάλαμος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruoko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruoko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη