Μετάφραση του "ruostumaton" σε Ελληνικά

Το ανοξείδωτο ατσάλι είναι η μετάφραση του "ruostumaton" σε Ελληνικά.

ruostumaton adjective noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοξείδωτο ατσάλι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruostumaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ruostumaton" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ανοξείδωτος χάλυβας · ανοξείδωτο ατσάλι · ανοξείδωτος χάλυβας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruostumaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη