Μετάφραση του "seniili" σε Ελληνικά

Οι γεροντικός, ξεμωραμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seniili" σε Ελληνικά.

seniili adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεροντικός

    adjective masculine

    Tein keksintöjä jo silloin, kun olit tuskin seniili.

    Εγώ ήδη ανακάλυπτα πράγματα όταν εσύ έμπαινες στην γεροντική ηλικία.

  • ξεμωραμένος

    particle masculine

    Antaisin mitä tahansa miehestä, ja Beckyn mies on seniili.

    Εννοώ, θα έκανα τα πάντα να γνωρίσω έναν άντρα κι ο άντρας της Μπέκυ είναι ξεμωραμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seniili " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seniili" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη