Μετάφραση του "siunattu" σε Ελληνικά

Οι ιερός, αγιασμένος, ευλογημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "siunattu" σε Ελληνικά.

siunattu
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιερός

    adjective masculine
  • αγιασμένος

    particle
  • ευλογημένος

    Siunattu sinä naisten joukossa ja siunattu kohtusi hedelmä Jeesus.

    Ευλογημένη εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ο Ιησούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " siunattu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "siunattu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη