Μετάφραση του "solakka" σε Ελληνικά

Οι αδύνατος, λεπτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solakka" σε Ελληνικά.

solakka adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδύνατος

    adjective

    Toinen hyvin lihaksikas ja toinen solakka.

    Ο ένας μυώδης και ο άλλος αδύνατος.

  • λεπτός

    adjective masculine

    Eivät kaikki voi syödä, mitä haluavat, ja pysyä silti solakkana.

    Δεν μπορούμε να φάμε οτι θέλουμε και να παραμείνουμε λεπτοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solakka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solakka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη