Μετάφραση του "sormi-" σε Ελληνικά
Το δακτυλικός είναι η μετάφραση του "sormi-" σε Ελληνικά.
sormi-
-
δακτυλικός
adjective masculineJos sormenjälkiä ei ole mahdollista ottaa neljästä sormesta, on otettava sormenjäljet mahdollisimman monesta sormesta.
Εάν δεν είναι δυνατόν να ληφθούν τέσσερα δακτυλικά αποτυπώματα, λαμβάνεται ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός αποτυπωμάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sormi- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sormi-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δακτυλική φλέβα
-
δάχτυλο · παράμεσος
-
αγγίζω · πασπατεύω · πιάνω · ψαχουλεύω · ψαύω · ψηλαφίζω · ψηλαφώ
-
Δάχτυλο · δάκτυλο · δάκτυλο του ποδιού · δάκτυλος · δάχτυλο · δακτυλικός
-
κτύπημα δύο δακτύλων
-
δεξιό κλικ δύο δακτύλων
-
Δάχτυλο · δάκτυλο · δάκτυλο του ποδιού · δάκτυλος · δάχτυλο · δακτυλικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη