Μετάφραση του "sovittelija" σε Ελληνικά

Οι διαμεσολαβητής, διαιτητής, μεσάζων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sovittelija" σε Ελληνικά.

sovittelija noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμεσολαβητής

    noun masculine

    Euroopan unionin ei pidä olla ainoastaan taloudellinen kumppani vaan myös poliittinen sovittelija.

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να είναι μόνο οικονομικός εταίρος, αλλά επίσης πολιτικός διαμεσολαβητής.

  • διαιτητής

    noun masculine

    Henkilöä, joka on toiminut sovittelijana tai sovittelukomission jäsenenä riidan ratkaisemiseksi, ei voida nimetä välimieheksi samaan riitaan.

    Ως διαιτητής δεν μπορεί να διοριστεί πρόσωπο το οποίο έχει ήδη ασκήσει καθήκοντα συμβιβαστού ή υπήρξε μέλος επιτροπής συμβιβαστών για το διακανονισμό της αυτής διαφοράς.

  • μεσάζων

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εισηγητής
    • διαπραγματευτής
    • μεσάζοντας
    • προξενητής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sovittelija " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sovittelija" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη