Μετάφραση του "stagnaatio" σε Ελληνικά

Οι στασιμότητα, οικονομική στασιμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stagnaatio" σε Ελληνικά.

stagnaatio noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στασιμότητα

    noun feminine

    Se johtaa stagnaatioon, inflaatioon ja lopulta kollektiiviseen vararikkoon.

    Καταλήγει σε στασιμότητα, πληθωρισμό και τελικά σε συλλογική χρεοκοπία.

  • οικονομική στασιμότητα

    Taloutemme saattaa ajautua stagnaatioon, niin kuin Japanissa, missä kasvua on odotettu 10-15 vuotta.

    Μπορεί να πέσουμε σε οικονομική στασιμότητα, όπως συμβαίνει στην Ιαπωνία, όπου περιμένουν ανάπτυξη εδώ και 10 με 15 χρόνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stagnaatio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stagnaatio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη