Μετάφραση του "suhde" σε Ελληνικά

Οι σχέση, αναλογία, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suhde" σε Ελληνικά.

suhde noun γραμματική

Yhteisesti kahdelle entiteetille tai osalle kuuluva tai luonteenomainen abstraktio.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχέση

    noun feminine

    Herra Morganilla ja minulla oli aivan erityinen suhde.

    Ο κ. Μόργκαν και εγώ, είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση.

  • αναλογία

    noun

    Kustannusten suhde mainittuihin tuloihin nähden pienenee sitä mukaa kuin nämä tulot kasvavat.

    Η αναλογία κόστους προς αξία πωλήσεως μειώνεται κατά το μέτρο που αυξάνεται η αξία αυτή.

  • λόγος

    noun masculine

    Lähtösignaalin suhde tulosignaaliin, kun anturiin syötetään impulssi kohtisuorassa mitta-akseliin nähden.

    Ο λόγος του εξερχόμενου σήματος προς το εισερχόμενο σήμα, όταν διεγείρεται ο μορφοτροπέας εγκαρσίως προς τον άξονα μέτρησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άποψη
    • δεσμός
    • συγγένεια
    • Λόγος
    • Σχέση
    • λόγος μεγεθών
    • σεξουαλική επαφή
    • σεξουαλική πράξη
    • σκοπιά
    • συμμετρία
    • συνουσία
    • συσχέτιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suhde " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suhde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suhde" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη