Μετάφραση του "suostumus" σε Ελληνικά

Οι έγκριση, συναίνεση, συγκατάθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suostumus" σε Ελληνικά.

suostumus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκριση

    noun feminine

    Jos kyseinen jäsenvaltio haluaa julkistaa vain osia raportista, sen on saatava tähän neuvoston suostumus.

    Εάν επιθυμεί να δημοσιοποιήσει αποσπάσματα της έκθεσης, πρέπει να λάβει την έγκριση του Συμβουλίου.

  • συναίνεση

    noun feminine

    Oletusarvona on, että nimenomainen suostumus on voimassa kolmannen vuoden loppuun saakka siitä, kun se saatiin.

    Εξ ορισμού, η ρητή συναίνεση ισχύει μέχρι το τέλος του τρίτου έτους από τη λήψη της.

  • συγκατάθεση

    noun feminine

    Kyseiseen kolmannen osapuolen tekemään rekisteröintiin on saatava ensimmäisen vähittäismyyntipaikan toiminnanharjoittajan suostumus.

    Η καταχώριση από τρίτο μέρος υπόκειται στη συγκατάθεση του φορέα εκμετάλλευσης του πρώτου καταστήματος λιανικής πώλησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμφωνία
    • έπαινος
    • επιδοκιμασία
    • σύσταση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suostumus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suostumus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suostumus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη