Μετάφραση του "sureva" σε Ελληνικά

Οι λυπημένος, λυπηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sureva" σε Ελληνικά.

sureva adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπημένος

    adjective

    Et näytä paljon surevan veljeäsi, Tom.

    Δεν φαίνεσαι και πολύ λυπημένος για κάποιον που μόλις έχασε τον αδελφό του, Τομ.

  • λυπηρός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sureva " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sureva" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη