Μετάφραση του "surullinen" σε Ελληνικά

Οι λυπημένος, θλιβερός, θλιμμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surullinen" σε Ελληνικά.

surullinen adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπημένος

    adjective

    Olet varmaan surullinen, kun isäsi ei pääse juhliin.

    Και πάω στοίχημα πως είσαι λυπημένος που ο μπαμπάς σου θα λείπει.

  • θλιβερός

    adjective

    Jotkut katsovat vain siirtymisen jälkeistä välitöntä tilannetta ja se on alueella surullinen.

    Ορισμένοι εξετάζουν μόνο τα άμεσα αποτελέσματα μετά τη μετεγκατάσταση και αυτά είναι θλιβερά για μία περιφέρεια.

  • θλιμμένος

    adjective

    Ei vain tarvitse olla niin hiton surullinen tehdessään sitä.

    Απλά δεν είναι ανάγκη να είσαι τόσο τραγικά θλιμμένος που το κάνεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λυπητερός
    • δυστυχισμένος
    • οικτρός
    • περίλυπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surullinen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "surullinen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surullinen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη