Μετάφραση του "suu" σε Ελληνικά
Οι στόμα, εκβολές, στόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suu" σε Ελληνικά.
-
στόμα
noun neuter1|suuaukosta alkava onkalo
Kun rakastelimme, hänellä oli suu täynnä pieniä suklaapatukoita.
Κάναμε έρωτα και είχε γεμάτο το στόμα του με μικρά σοκολατάκια.
-
εκβολές
f-pVuosisatojen kuluessa satama ja joen suu kuitenkin täyttyivät Kaystroksen tuomasta lietteestä.
Στο διάβα των αιώνων, όμως, το λιμάνι και οι εκβολές του ποταμού υπέστησαν προσχώσεις από τη λάσπη που απέθετε ο Καΰστρος.
-
στόμιο
noun neuterLaiteosan poistoputken suu huuhdellaan pienellä määrällä liuotinseosta ja huuhtelunesteet kootaan astiaan.
Το στόμιο εξαγωγής του εξαρτήματος εκπλύνεται με μικρή ποσότητα του μεικτού διαλύτη, συλλέγοντας τα εκπλύματα μέσα στο δοχείο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκβολή
- στοματικός
- Στόμα
- άνοιγμα
- μπούκα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "suu"
Φράσεις παρόμοιες με "suu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κυτταρόστομα
-
αφθώδης πυρετός
-
βούλωσε το · πάψε · σκάσε · σκασμός
-
φιμώνω
-
Αούνγκ Σαν Σούου Κίι
-
Αφθώδης πυρετός
-
Στοματική και γναθοπροσωπική χειρουργική
-
στόμα