Μετάφραση του "suulaki" σε Ελληνικά

Το ουρανίσκος είναι η μετάφραση του "suulaki" σε Ελληνικά.

suulaki noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουρανίσκος

    noun masculine

    Latvialaista kaviaaria, vuohenjuustoa - ja vähän kivennäisvettä puhdistamaan suulakisi.

    Χαβιάρι Λετονίας, κατσικίσιο τυρί και λίγο ανθρακούχο νερό για να καθαρίσει ο ουρανίσκος σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suulaki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suulaki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suulaki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη