Μετάφραση του "suurennus" σε Ελληνικά

Οι μεγέθυνση, μεγάλωμα, μεγεθυντική ικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suurennus" σε Ελληνικά.

suurennus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγέθυνση

    noun feminine

    Tähän liittyy saatu suurennus järjestelmän peilipinnan keskipisteessä.

    Τούτο περιλαμβάνει τη μεγέθυνση που επιτυγχάνεται στο μέσο της κατοπτρικής επιφάνειας του συστήματος.

  • μεγάλωμα

    noun
  • μεγεθυντική ικανότητα

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suurennus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suurennus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη