Μετάφραση του "suuri" σε Ελληνικά

Οι μεγάλος, μεγάλη, μεγάλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suuri" σε Ελληνικά.

suuri adjective γραμματική

(abstrakteista asioista) tavallista laajemman kokoinen [..]

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγάλος

    adjective

    1|kookas, mittava, laaja tilavuudeltaan tai ulkomitoiltaan suuri

    Kun suuri rakkaus hylätään, jokin miehen sisällä kuolee.

    ́ Οταν απορρίπτεται ένας μεγάλος έρωτας, κάτι πεθαίνει μέσα στον άντρα.

  • μεγάλη

    adjective feminine

    Minulla on suuri ongelma.

    Έχω ένα μεγάλο πρόβλημα.

  • μεγάλο

    adjective

    Minulla on suuri ongelma.

    Έχω ένα μεγάλο πρόβλημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπουδαίος
    • δυνατός
    • μέγας
    • μεγαλόσωμος
    • μεγαλύτερος
    • περίφημος
    • ευμεγέθης
    • μείζων
    • μεγαλειώδης
    • μεγαλόψυχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suuri " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suuri" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suuri" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη