Μετάφραση του "taitava" σε Ελληνικά

Οι ικανός, έμπειρος, επιδέξιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "taitava" σε Ελληνικά.

taitava adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανός

    adjective masculine

    Se joku oli tarpeeksi taitava hoitamaan työn vaikeuksitta.

    Κάποιος αρκετά ικανός για να τα καταφέρει χωρίς πρόβλημα.

  • έμπειρος

    adjective masculine

    Aivan, hän on taitava muusikko, mutta parempi laivasto komentaja.

    Πράγματι, είναι έμπειρος μουσικός, αλλά είναι ακόμα καλύτερος Ναυτικός Διοικητής.

  • επιδέξιος

    adjective

    Messinki ja rauta eivät korvaa sulkia mutta hän on taitava ja nerokas.

    Ο ορείχαλκος και ο σίδηρος δεν είναι υποκατάστατο των φτερών, αλλά είναι πολύ επιδέξιος και ιδιοφυής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπειρογνώμων
    • επιτήδειος
    • μεγαλοφυής
    • ταλαντούχος
    • αμφιδέξιος
    • δεινός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " taitava " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "taitava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "taitava" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη