Μετάφραση του "taittuminen" σε Ελληνικά

Το διάθλαση είναι η μετάφραση του "taittuminen" σε Ελληνικά.

taittuminen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάθλαση

    noun feminine

    Heijastumis- ja taittumislait: heijastuminen tasopinnoilta, heijastuminen pallomaisista peileistä, taittuminen, linssit;

    Νόμοι ανάκλασης και διάθλασης: ανάκλαση σε επίπεδες επιφάνειες, ανάκλαση από σφαιρικά κάτοπτρα, διάθλαση, φακοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " taittuminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "taittuminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη