Μετάφραση του "tanssiminen" σε Ελληνικά

Οι χορός, όρχηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tanssiminen" σε Ελληνικά.

tanssiminen noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χορός

    noun masculine

    Isä ei osannut päättää, oliko tanssiminen oikein vai väärin.

    Και ο πατέρας μου δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ο χορός ήταν σωστός ή όχι.

  • όρχηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tanssiminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tanssiminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη