Μετάφραση του "tarkastus" σε Ελληνικά

Οι εξέταση, επιθεώρηση, έλεγχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tarkastus" σε Ελληνικά.

tarkastus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξέταση

    noun feminine

    Pakojärjestelmän silmämääräinen tarkastus sen toteamiseksi, että se on täydellinen ja tyydyttävässä kunnossa ja ettei siinä ole vuotoja.

    Οπτική εξέταση του συστήματος εξάτμισης για να ελεγχθεί εάν το σύστημα είναι πλήρες και εάν υπάρχουν διαρροές.

  • επιθεώρηση

    noun feminine

    Silmämääräinen tarkastus, ei välttämättä tarkastuskuilun päällä tai autonostimessa.

    Οπτική επιθεώρηση, όχι κατ’ ανάγκη με το όχημα πάνω από φρεάτιο ή ανυψωμένο.

  • έλεγχος

    noun masculine

    Tämä tarkastus on tehtävä osana normaaleissa käyttöoloissa tehtävää tarkastusta

    Ο έλεγχος αυτός πρέπει να διενεργείται στην επικύρωση υπό συνθήκες πλήρους λειτουργίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εποπτεία
    • αυτοψία
    • έρευνα
    • αναθεώρηση
    • επανεξέταση
    • έλεγχος ρουτίνας
    • αναζήτηση
    • εξονυχιστική έρευνα
    • επανάληψη
    • προσπάθεια
    • τσεκάπ
    • ψάξιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tarkastus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tarkastus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tarkastus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη