Μετάφραση του "teksti" σε Ελληνικά

Οι κείμενο, επιγραφή, αντίγραφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "teksti" σε Ελληνικά.

teksti noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κείμενο

    noun neuter

    Sopimusteksti laaditaan kreikan kielellä ja tämä teksti on yhtä todistusvoimainen kuin alkuperäiset tekstit.

    Το κείμενο της συμφωνίας καταρτίζεται στην ελληνική γλώσσα και είναι εξίσου αυθεντικό με το πρωτότυπο.

  • επιγραφή

    noun feminine

    Tässä vanhassa tekstissä esiintyy Jumalan nimi peräti kaksi kertaa.

    Ναι, αυτή η παλιά επιγραφή αναφέρει δύο φορές το προσωπικό όνομα του Θεού.

  • αντίγραφο

    noun neuter

    Komissio ei ole sen jälkeen saanut tietoa lakitekstin hyväksymisestä eikä jäljennöstä tekstistä ole toimitettu.

    Έκτοτε, η Επιτροπή ούτε ενημερώθηκε σχετικά με την έγκριση ούτε παρέλαβε αντίγραφο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γραφή
    • σώμα
    • Κείμενο
    • ανάγνωσμα
    • γραπτό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " teksti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "teksti"

Φράσεις παρόμοιες με "teksti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "teksti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη