Μετάφραση του "tekstiili" σε Ελληνικά

Οι ύφασμα, Ύφασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tekstiili" σε Ελληνικά.

tekstiili noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφασμα

    noun neuter

    Musta tekstiili näkyy muovipalassa olevista pienistä aukoista.

    Το μαύρο ύφασμα είναι ορατό μέσω μικρών ανοιγμάτων που φέρει το τεμάχιο πλαστικού υλικού.

  • Ύφασμα

    Muut jalkineet, joiden pohjat ovat kumia, muovia tai nahkaa ja päälliset tekstiiliä

    Υποδήματα, π.δ.κ.α., με σόλα από καουτσούκ, πλαστικό ή δέρμα και το επάνω μέρος από ύφασμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tekstiili " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tekstiili" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη