Μετάφραση του "termi" σε Ελληνικά
Το όρος είναι η μετάφραση του "termi" σε Ελληνικά.
termi
noun
γραμματική
-
όρος
noun masculineJotta voitaisiin arvioida tavoitteen toteutumismahdollisuuksia, on ensiksi ollut määriteltävä termi tärkeimmät julkiset peruspalvelut.
Για την επίτευξη του στόχου αυτού έπρεπε να προσδιοριστεί πρωτίστως ο όρος βασικές δημόσιεςπηρεσίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " termi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη