Μετάφραση του "tie" σε Ελληνικά

Οι δρόμος, οδός, πορεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tie" σε Ελληνικά.

tie noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμος

    noun masculine

    διαδρομή, οδός στην ξηρά μεταξύ δύο περιοχών

    Edessämme oleva tie on pitkä, ja se on vaikea.

    Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας και θα είναι δύσκολος.

  • οδός

    noun feminine

    1|rakennettu, merkitty tai muuten määritetty kulkureitti maalla, vedessä tai ilmassa

    Arvot, joilla ilmaistaan, onko tie päällystetty vai päällystämätön.

    Τιμές που δηλώνουν κατά πόσον μια οδός είναι οδοστρωμένη ή μη.

  • πορεία

    noun

    Sanomme kuitenkin, että tämä ei ole yksisuuntainen tie ja että ratkaisu on olemassa.

    Εμείς όμως λέμε ότι υπάρχει λύση. Δεν είναι μονόδρομος η πορεία αυτή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λεωφόρος
    • κατεύθυνση
    • δίοδος
    • διαδρομή
    • επιφάνεια δρόμου
    • ευρυχωρία
    • κατάστρωμα οδού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη