Μετάφραση του "tietty" σε Ελληνικά

Οι βέβαιος, κάποιος, ορισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tietty" σε Ελληνικά.

tietty adjective adverb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βέβαιος

    adjective masculine

    Se ei ole kovin antelias, mutta antaa heille tietyn perusturvan.

    Αυτή δεν είναι βέβαια πολύ γενναιόδωρη αλλά τους εγγυάται κάποια βασική εξασφάλιση.

  • κάποιος

    adjective

    Näiden maiden osalta on säilytettävä tietty joustomahdollisuus yleisten edellytysten soveltamisessa.

    Στις χώρες αυτές θα πρέπει να παρέχεται κάποιος βαθμός ευελιξίας κατά την εφαρμογή των γενικών κριτηρίων.

  • ορισμένος

    adjective

    Tämän arvon perusteella maksun suuruus lasketaan tiettyä prosenttimäärää soveltamalla.

    Αναλόγως με την αξία αυτή, εφαρμόζεται ορισμένος συντελεστής για τον υπολογισμό του τέλους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκεκριμένος
    • ειδοποιός
    • ασφαλής
    • ειδικός
    • ιδιαίτερος
    • τακτός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tietty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tietty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη