Μετάφραση του "toimi" σε Ελληνικά

Οι έργο, απασχόληση, επιχείρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toimi" σε Ελληνικά.

toimi verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έργο

    noun neuter

    Nykyään eri puolilla Ugandaa toimii noin 40 lähetystyöntekijää, jotka tekevät hyvää työtä.

    Τώρα, περίπου 40 ιεραπόστολοι επιτελούν θαυμάσιο έργο σε ολόκληρη τη χώρα.

  • απασχόληση

    noun feminine

    Avaruusala toimii kasvun ja työllisyyden kumppanuuden eteenpäinviejänä ja mahdollistajana.

    Ο τομέας του διαστήματος αποτελεί κινητήρια δύναμη για τη σύμπραξη για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

  • επιχείρηση

    noun feminine

    Sillä on kymmenen kilpailijaa, joista osa toimii vain paikallisesti ja joilla kaikilla on paljon pienemmät markkinaosuudet.

    Η ηγετική επιχείρηση έχει ιδιαίτερα ισχυρή εκπροσώπηση στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, όπως η πρωτεύουσα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λειτούργημα
    • καθήκον
    • πράξη
    • αγγαρεία
    • αποστολή
    • θέση εργασίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toimi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Toimi proper γραμματική
+ Προσθήκη

"Toimi" στο λεξικό Φινλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Toimi στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "toimi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toimi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη