Μετάφραση του "tomppeli" σε Ελληνικά

Οι ανόητος, βόδι, παιδοβούβαλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tomppeli" σε Ελληνικά.

tomppeli noun γραμματική

Vähä-älyinen tai käsityskyvyltään huono ihminen.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανόητος

    noun masculine

    Enkä peru sanojani, että olet tomppeli

    Κι επιμένω πως είσαι ανόητος

  • βόδι

    noun

    Yritin säästää tytön tunteita, senkin välinpitämätön tomppeli

    Προσπαθούσα να παρηγορήσω την κορούλα σου, αναίσθητο βόδι

  • παιδοβούβαλος

    Noun masculine
  • χαζός

    noun

    Voi, Ted, mikä tomppeli oletkaan.

    Τεντ, είσαι τόσο χαζός!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tomppeli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tomppeli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη