Μετάφραση του "tulviminen" σε Ελληνικά
Οι πλημμύρα, ξεχείλισμα, υπερχείλιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tulviminen" σε Ελληνικά.
tulviminen
-
πλημμύρα
noun feminineSatoi päiväkausia ja tulviminen oli laajaa.
Η βροχή έπεφτε για μέρες και η πλημμύρα ήταν εκτεταμένη.
-
ξεχείλισμα
noun neuter -
υπερχείλιση
noun feminineEuratomin perustamissopimus – Sopimussuhteen ulkopuolinen vastuu – Jätevesiviemärin tulviminen
«Συνθήκη ΕΚΑΧ – Εξωσυμβατική ευθύνη – Υπερχείλιση υπονόμου»
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tulviminen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη