Μετάφραση του "tunkeutuminen" σε Ελληνικά

Οι εισβολή, διείσδυση, διαποτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tunkeutuminen" σε Ελληνικά.

tunkeutuminen Noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισβολή

    noun feminine

    Jäljityksemme näyttää, että tunkeutuminen - järjestelmäämme tuli luoteiskulman huoneesta.

    Η ανίχνευσή μας δείχνει ότι η εισβολή προέρχεται από ένα δωμάτιο στο βορειοδυτικό τμήμα του σταθμού εναλλαγής.

  • διείσδυση

    noun feminine

    Uusille markkinoille tunkeutuminen vaatii aikaa ja investointeja ja sisältää riskejä.

    Η διείσδυση αυτή σε νέες αγορές χρειάζεται χρόνο και επενδύσεις ενώ περιλαμβάνει και κινδύνους.

  • διαποτισμός

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιθετικότητα
    • καταπάτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tunkeutuminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tunkeutuminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη