Μετάφραση του "uiminen" σε Ελληνικά

Οι κολύμβηση, μπάνιο, κολύμπι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uiminen" σε Ελληνικά.

uiminen Noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κολύμβηση

    noun feminine

    Niissä uiminen on nimenomaisesti sallittu ja niiden bakteriologinen laatu on yleisesti ottaen hyvä.

    Οι περιοχές αυτές, στις οποίες επιτρέπεται ρητώς η κολύμβηση, παρουσιάζουν εν γένει καλή ποιότητα από βακτηριολογική άποψη.

  • μπάνιο

    noun neuter

    Vaikka tavaroita käytetään uimarannalla, ne on tarkoitettu täysin eri toimintoihin (uiminen ja pelaaminen) eivätkä ne liity toisiinsa.

    Αν και τα είδη χρησιμοποιούνται στην παραλία, προορίζονται για εντελώς διαφορετικές δραστηριότητες (μπάνιο και παιχνίδι) και δεν σχετίζονται μεταξύ τους.

  • κολύμπι

    noun

    Tunnetasolla uiminen on parasta, mitä ihminen voi tehdä itselleen

    Συναισθηματικά και πνευματικά, το κολύμπι είναι το καλύτερο

  • λουτρό

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uiminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "uiminen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uiminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη