Μετάφραση του "ulko-" σε Ελληνικά

Οι εξωτερικός, υπαίθριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ulko-" σε Ελληνικά.

ulko- Prefix γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξωτερικός

    adjective

    Lobbaamisen ulkoista tarkastelua voidaan voimistaa monilla vaihtoehtoisilla keinoilla.

    Για να ενισχυθεί ο εξωτερικός έλεγχος των ομάδων συμφερόντων, εξετάζεται σειρά από επιλογές.

  • υπαίθριος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ulko- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ulko-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απομνημονεύω · αποστηθίζω · θυμάμαι
  • αποστηθίζω
  • έξωθεν · απέξω · από στήθους · απ’ έξω · απ’ έξω κι ανακατωτά · νερό
  • παίρνω αέρα · περπατώ
  • Τμήμα Web λίστας σχετικών εξωτερικών δεδομένων
  • κλειδαριά πόρτας
  • εξωτερική πόρτα · εξώπορτα
  • έκφραση · είδος · εμφάνιση · εξωτερικό · παράσταση · παρουσιαστικό · φυσιογνωμία · όψη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ulko-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη