Μετάφραση του "uninen" σε Ελληνικά

Οι νυσταγμένος, νυσταλέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uninen" σε Ελληνικά.

uninen adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νυσταγμένος

    particle

    Hetken päästä, olin väsynyt, nälkäinen ja uninen.

    Ήμουν λιγάκι κουρασμένος, πεινασμένος και νυσταγμένος.

  • νυσταλέος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uninen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "uninen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uninen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη