Μετάφραση του "untuvikko" σε Ελληνικά

Οι νεαρό πουλί, νεοσσός, αρχάριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "untuvikko" σε Ελληνικά.

untuvikko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεαρό πουλί

    noun
  • νεοσσός

    noun masculine

    Niitä voidaan kuitenkin siirtää siipikarjarakennuksiin, joissa on jo siitos- ja tuotantosiipikarjaa ja untuvikkoja.

    Ωστόσο, μπορούν να τοποθετηθούν στους χώρους εκτροφής όπου υπάρχουν ήδη πουλερικά αναπαραγωγής και απόδοσης και νεοσσοί μίας ημέρας.

  • αρχάριος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " untuvikko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "untuvikko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη