Μετάφραση του "ura" σε Ελληνικά

Οι επάγγελμα, καριέρα, σταδιοδρομία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ura" σε Ελληνικά.

ura noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    Kun nainen valitsee tietyn uran, hän siis esineellistää itsensä.

    Δηλαδή, πιστεύεις πως μια γυναίκα, που επιλέγει ένα συγκεκριμένο επάγγελμα χρησιμοποιεί τον εαυτό της σαν εμπόρευμα.

  • καριέρα

    noun feminine

    Kun miehellä on perhe ja ura, kokeilut loppuvat siihen.

    Από τη στιγμή που αποκτάς μια οικογένεια και μια καριέρα οι μέρες των πειραματισμών τελειώνουν!

  • σταδιοδρομία

    noun

    Tämän loman kokonaispituus ei saa ylittää yhdeksää kuukautta virkamiehen koko uran aikana.

    Η συνολική διάρκεια της άδειας αυτής δεν υπερβαίνει τους εννέα μήνες για ολόκληρη τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τόπος
    • χαντάκι
    • αυλάκωση
    • εγκοπή
    • σχισμή
    • τροχία
    • χαραμάδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ura " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ura" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ura" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη