Μετάφραση του "urheilu" σε Ελληνικά
Οι αθλητισμός, άθλημα, άθληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "urheilu" σε Ελληνικά.
-
αθλητισμός
noun masculineμορφές ανταγωνιστικής δραστηριότητας, συνήθως σωματικής
Tiedämme varsin hyvin, että kaupallinen puoli vie urheilua harhateille.
Γνωρίζουμε κάλλιστα ότι ο αθλητισμός παρεκκλίνει λόγω της εμπορικής πτυχής του.
-
άθλημα
noun neuterSe uhkaa vieraannuttaa faneja ja tukijoita järjestäytyneestä urheilusta.
Εξαιτίας τους υπάρχει κίνδυνος απομάκρυνσης των οπαδών και υποστηρικτών από το οργανωμένο άθλημα.
-
άθληση
nounToimintaan sisältyy yhä enenevässä määrin urheilua ja nuorisolle suunnattuja palveluja.
Οι δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο την άθληση και τις υπηρεσίες για τους νέους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σπορ
- αθλοπαιδιά
- μεταλλακτός
- αγώνισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " urheilu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "urheilu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άθλημα της αρχαιότητας
-
ακραια σπορτ