Μετάφραση του "usko" σε Ελληνικά

Οι πίστη, δοξασία, δόγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "usko" σε Ελληνικά.

usko noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίστη

    noun feminine

    Mietin, tarkoittiko usko sitä, että piti uhrautua toisten hyväksi.

    Αναρωτιέμαι αν το να έχω πίστη σήμαινε να κάνω τις δικές μου θυσίες για το καλό των άλλων.

  • δοξασία

    noun feminine

    Ehkä sitä on opetettu sinullekin tai tunnet jonkun, joka uskoo siihen.

    Ίσως σας έχουν διδάξει αυτή τη δοξασία ή ίσως κάποιοι γύρω σας αποδέχονται αυτή την ιδέα.

  • δόγμα

    noun neuter

    Nuoret ovat mielellään yhdessä toisten sellaisten kanssa, joilla on sama usko ja jotka rakastavat pyhiä kirjoituksia.

    Στους νέους αρέσει να είναι με άλλους που έχουν από κοινού το ίδιο δόγμα και αγαπούν τις γραφές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιστεύω
    • εμπιστοσύνη
    • αίσθηση
    • θρήσκευμα
    • εκκλησία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " usko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Usko proper γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεποίθηση

    noun

    Uskon vakaasti Moldovan saavan tukea useilta tahoilta.

    Έχω την ακράδαντη πεποίθηση ότι η Μολδαβία θα λάβει βοήθεια από αρκετές πλευρές.

Φράσεις παρόμοιες με "usko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακούω · αναθέτω · αντιλαμβάνομαι · βασίζομαι · εμπιστεύομαι · θαρρώ · θεωρήσει · καταπίνω · πιστεύω · πιστώνω · πρεσβεύω · συνειδητοποιώ · χάβω · χάφτω
  • άρθρο της πίστης · δυνατή πίστη
  • τυφλή πίστη
  • εμπιστεύομαι · επιφορτίζω
  • εμπιστεύομαι
  • πιστεύω
  • πιστεύω
  • χριστιανισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "usko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη