Μετάφραση του "valmentaja" σε Ελληνικά

Οι προπονητής, εκπαιδευτής, προπονήτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valmentaja" σε Ελληνικά.

valmentaja noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προπονητής

    noun masculine

    πρόσωπο που εμπλέκεται στην καθοδήγηση και εκπαίδευση αθλητών

    Uusi valmentaja ehkä huomaa mitä edelliseltä jäi huomaamatta.

    Ίσως ο νέος προπονητής μου δει αυτά που δεν είδαν όταν ήμουν μικρός.

  • εκπαιδευτής

    noun masculine

    Jos valmentaja ehdottaa tarjousta, hän odottaa hevosen kisaavan.

    Αν αυτός προτείνει τη διεκδίκηση, ο εκπαιδευτής περιμένει να καταχωρηθεί ένα άλογο.

  • προπονήτρια

    Noun feminine

    Koska sinulla ei ole luistelijaa ja minulla ei ole valmentajaa.

    Επειδή εσύ δεν έχεις αθλήτρια κι εγώ δεν έχω προπονήτρια.

  • γυμναστής

    noun

    Hän ei ottanut ikinä mitään, mitä valmentaja ei antanut.

    Ποτέ δεν έπαιρνε κάτι αν δεν το είχε εγκρίνει ο γυμναστής του, ο Κρεγκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valmentaja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valmentaja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη