Μετάφραση του "valmiste" σε Ελληνικά

Οι αγορά, γινόμενο, κατασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valmiste" σε Ελληνικά.

valmiste noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγορά

    noun

    Jäsenvaltioiden on sallittava sellaisten kosmeettisten valmisteiden saattaminen markkinoille, jotka sisältävät:

    Τα κράτη μέλη δέχονται τη διάθεση στην αγορά καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν:

  • γινόμενο

    noun neuter
  • κατασκευή

    noun feminine

    Se valmistaa kääreet, jotka te vain täytätte suklaalla.

    Είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την κατασκευή και πώληση των συσκευασιών που η εταιρία σου γέμιζε με σοκολάτα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραγωγή
    • παρασκεύασμα
    • σκεύασμα
    • εμπόρευμα
    • φαρμακευτικό μείγμα
    • ψώνιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valmiste " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "valmiste" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαγειρεύω φρικασέ
  • προεργασία (εγκατάστασης) · στάδιο
  • ετοιμάζομαι · ετοιμάζω · προετοιμάζω
  • βγάζω · δημιουργώ · ετοιμάζομαι · ετοιμάζω · κάνω · κατασκευάζω · μαγειρεύω · παράγω · παρασκευάζω · προετοιμάζω · φέρω · φτιάχνω · χτίζω
  • καλλυντικά προϊόντα
  • λυοφιλισμένο προϊόν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valmiste" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη