Μετάφραση του "valos" σε Ελληνικά
Οι γύψος, καλούπι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valos" σε Ελληνικά.
valos
noun
γραμματική
-
γύψος
noun masculine -
καλούπι
noun neuterLaita joku miehistäsi tekemään valos.
Βάλε έναν απ'τους άντρες σου να φτιάξει ένα καλούπι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " valos " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη