Μετάφραση του "valos" σε Ελληνικά

Οι γύψος, καλούπι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valos" σε Ελληνικά.

valos noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γύψος

    noun masculine
  • καλούπι

    noun neuter

    Laita joku miehistäsi tekemään valos.

    Βάλε έναν απ'τους άντρες σου να φτιάξει ένα καλούπι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη