Μετάφραση του "valtion" σε Ελληνικά

Οι κρατικός, πολιτειακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valtion" σε Ελληνικά.

valtion noun
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρατικός

    adjective

    Osittain valtion omistama etuyhteydessä oleva tuottaja itse asiassa lahjoitti maankäyttöoikeudet osaksi pyynnön esittäjän rekisteröityä pääomaa.

    Πράγματι, ο εν μέρει κρατικός συνδεδεμένος παραγωγός συνεισέφερε στο εγγεγραμμένο κεφάλαιο του αιτούντα με τα δικαιώματα χρήσης γης.

  • πολιτειακός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valtion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "valtion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valtion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη