Μετάφραση του "valtion" σε Ελληνικά
Οι κρατικός, πολιτειακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valtion" σε Ελληνικά.
valtion
noun
-
κρατικός
adjectiveOsittain valtion omistama etuyhteydessä oleva tuottaja itse asiassa lahjoitti maankäyttöoikeudet osaksi pyynnön esittäjän rekisteröityä pääomaa.
Πράγματι, ο εν μέρει κρατικός συνδεδεμένος παραγωγός συνεισέφερε στο εγγεγραμμένο κεφάλαιο του αιτούντα με τα δικαιώματα χρήσης γης.
-
πολιτειακός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " valtion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "valtion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ασιατική χώρα · Ασιατικό έθνος
-
πρώην χώρα
-
Ένωση των κρατών της Καραϊβικής
-
Κομμουνιστικό κράτος
-
Μη Κυβερνητική Οργάνωση
-
Αποτυχημένα κράτη
-
Συμβούλιο των Κρατών της Βαλτικής Θάλασσας
-
έθνος · δημόσιο · επικράτεια · καθεστώς · κατάσταση · κράτος · κυβέρνηση · πατρίδα · πατρίς · πολιτεία · χώρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη