Μετάφραση του "vamma" σε Ελληνικά

Οι τραύμα, κάκωση, πληγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vamma" σε Ελληνικά.

vamma noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τραύμα

    noun neuter

    Voit ehkä voittaa minut, mutta et lähde täältä ilman elinikäistä vakavaa vammaa.

    Ίσως με νικήσεις, αλλά δεν θα φύγεις από εδώ χωρίς τουλάχιστον ένα μακροχρόνιο τραύμα.

  • κάκωση

    noun

    Minulla on hermostorakenteellinen vamma, joka vaikuttaa retiokulaarijärjestelmän aktivoijiin.

    Έχω μια νευρωτική κάκωση, που επιρρεάζει το λειτουργικό μου σύστημα.

  • πληγή

    noun feminine

    Voimme verrata emotionaalista parantumisprosessia fyysisen vamman hoitamiseen ja lääkitsemiseen.

    Ας συγκρίνουμε τη διαδικασία της συναισθηματικής ίασης με εκείνη του να φροντίζουμε και να θεραπεύουμε μία σωματική πληγή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τραυματισμός
    • βλάβη
    • ζημία
    • λαβωματιά
    • πλήγωμα
    • αναπηρία
    • ελάττωμα
    • ζημιά
    • εκχύμωση
    • πλήγμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vamma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vamma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vamma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη